ΥΓΕΙΑ

Για ποιους καρκίνους μειώνει τον κίνδυνο στις γυναίκες το πράσινο περιβάλλον διαβίωσης

Η διαμονή σε περιοχές που μπορεί κανείς να τις περπατά, προστατεύει τις γυναίκες από τον κίνδυνο καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, ειδικά του μετεμμηνοπαυσιακού καρκίνου του μαστού, αλλά και από τον καρκίνο των ωοθηκών, τον καρκίνο του ενδομητρίου και το πολλαπλό μυέλωμα, σύμφωνα με τα ευρήματα  νέας μελέτης της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Columbia και της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

Για ποιους καρκίνους μειώνει τον κίνδυνο στις γυναίκες το πράσινο περιβάλλον διαβίωσης

Η παχυσαρκία έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο για 13 τύπους καρκίνου στις γυναίκες και η σωματική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το βάρος των γυναικών, μειώνει τον κίνδυνο για ορισμένους από αυτούς τους καρκίνους.

Η προσβασιμότητα στη γειτονιά ορίζεται από ένα σύνολο χαρακτηριστικών αστικού σχεδιασμού που προωθεί τη σωματική δραστηριότητα των πεζών, υποστηρίζει τη συνολική φυσική δραστηριότητα και σχετίζεται με χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος.

Μέχρι τώρα ωστόσο, οι μακροχρόνιες μελέτες σχετικά με το περπάτημα στη γειτονιά και τον κίνδυνο καρκίνου που σχετίζεται με την παχυσαρκία, ήταν περιορισμένες.

Οι γυναίκες που διέμεναν σε γειτονιές με υψηλότερα επίπεδα βατότητας, όπως μετρήθηκαν με βάση τη μέση προσβασιμότητα και την πυκνότητα του πληθυσμού για μια περίοδο περίπου 24 ετών, είχαν χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνους που σχετίζονται με την παχυσαρκία, ιδιαίτερα μετεμμηνοπαυσιακό καρκίνο του μαστού.

Βρέθηκαν επίσης μέτριες προστατευτικές συσχετίσεις για τον καρκίνο του2023-10-04 20:00:00 ενδομητρίου, τον καρκίνο των ωοθηκών και το πολλαπλό μυέλωμα.

Οι γυναίκες που ζούσαν σε γειτονιές με τα υψηλότερα επίπεδα βατότητας (στο ανώτερο 25%) είχαν 26% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, σε σύγκριση με εκείνες που ζούσαν σε γειτονιές που βρίσκονταν στο χαμηλότερο 25ο εκατοστημόριο βατότητας.

«Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι ο αστικός σχεδιασμός επηρεάζει την υγεία και την ευημερία στους γηράσκοντες πληθυσμούς», δήλωσε ο Andrew Rundle, καθηγητής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Οι παρεμβάσεις σε ατομικό επίπεδο για την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και τη μείωση της παχυσαρκίας, είναι δαπανηρές και συχνά έχουν μόνο βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον Rundle και τους συνεργάτες του. «Ωστόσο, ο αστικός σχεδιασμός μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που προάγει το περπάτημα, αυξάνει τη συνολική σωματική δραστηριότητα και μειώνει την εξάρτηση από το αυτοκίνητο, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επακόλουθες βελτιώσεις στην πρόληψη ασθενειών που αποδίδονται στα περιττά κιλά», πρόσθεσε ο Rundle.

«Παρατηρήσαμε ότι η συσχέτιση μεταξύ της υψηλής βατότητας στη γειτονιά και του χαμηλότερου κινδύνου γενικών καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, ήταν ισχυρότερη στις γυναίκες που ζούσαν σε γειτονιές με υψηλότερα επίπεδα φτώχειας», δήλωσε η κύρια συγγραφέας της μελέτης Sandra India-Aldana.

«Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι τα κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα της γειτονιάς, σχετίζονται επίσης με τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία» πρόσθεσε.

Οι ερευνητές μελέτησαν για σχεδόν 30 χρόνια 14.274 γυναίκες ηλικίας μεταξύ 34 και 65 ετών, οι οποίες είχαν επισκεφθεί κέντρο προληπτικής μαστογραφίας στη Νέα Υόρκη μεταξύ 1985 και 1991.

Υπολόγισαν πόσο πόσο φιλικά προσβάσιμες ήταν οι γειτονιές στο σύστημα απογραφής και αξιολόγησαν τη συσχέτιση μεταξύ της βατότητας της γειτονιάς και του κινδύνου γενικών και συγκεκριμένων καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, συμπεριλαμβανομένου του μετεμμηνοπαυσιακού καρκίνου του μαστού, του καρκίνου των ωοθηκών, του καρκίνου του ενδομητρίου και του πολλαπλού μυελώματος.

Από τον συνολικό αριθμό των γυναικών που μελετήθηκαν, το 18% είχαν έναν πρώτο καρκίνο σχετιζόμενο με την παχυσαρκία μέχρι το τέλος του 2016. Ο πιο συχνός καρκίνος ήταν ο μετεμμηνοπαυσιακός καρκίνος του μαστού με ποσοστό 53%, ακολουθούμενος από τον καρκίνο του παχέος εντέρου με 14% και τον καρκίνο του ενδομητρίου με 12%.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Health Perspectives.