ΥΓΕΙΑ

Με ποιες παθήσεις συνδέεται η ανεπάρκεια βιταμίνης D

Η βιταμίνη D είναι κάτι περισσότερο από μια απλή βιταμίνη, καθώς λόγω της λιποδιαλυτότητάς της ανήκει πλέον και στις ορμόνες, ενώ έχει άμεση δράση στα γονίδιά μας.

Με ποιες παθήσεις συνδέεται η ανεπάρκεια βιταμίνης D

Η παραγωγή βιταμίνης D στο ανθρώπινο σώμα γίνεται μέσω της έκθεσης του δέρματος στο ηλιακό φως.

Απαντάται με τη μορφή της χοληκαλσιφερόλης στα ζώα (βιταμίνη D3) και εργοκαλσιφερόλης στα φυτά (βιταμίνη D2). Η D3, που είναι η ανενεργή μορφή της βιταμίνης D, συντίθεται, από το παράγωγο της χοληστερόλης, 7-δεϋδροξυλοχοληστερόλη, στην επιδερμίδα, μέσω μιας διαδικασίας που απαιτεί την υπεριώδη ακτινοβολία του κλάσματος Β του ήλιου (UBV).

Στη συνέχεια μεταβολίζεται στο ήπαρ σχηματίζοντας την χαλκιδιόλη ή 25-υδροξυβιταμίνη D [25(OH)D3] που είναι η αποθηκεύσιμη μορφή και έπειτα στους νεφρούς γίνεται άλλη μια υδροξυλίωση σχηματίζοντας την καλσιτριόλη ή 1,25-διυδροξυβιταμίνη D [1,25(OH) D3] που είναι η ενεργή μορφή.

Η καλσιτριόλη είναι το τελικό προϊόν του μεταβολισμού και είναι μια ορμόνη που αλληλεπιδρά με περισσότερα από 2.500 γονίδια στο ανθρώπινο σώμα.

Μελέτη του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, απέδειξε ότι η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για να μπορούν τα κύτταρα να έχουν πρόσβαση στη βιβλιοθήκη του DNA.

Η έρευνα τεκμηρίωσε ότι ενώ τα λευκά αιμοσφαίρια του οργανισμού έχουν καταγεγραμμένη την πληροφορία στο DNA τους για την αντιμετώπιση του βακίλου της φυματίωσης, δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν αν υπάρχει απουσία βιταμίνης D.

Ο υποδοχέας της βιταμίνης D (VDR) εντοπίζεται στον πυρήνα των κυττάρων και δρα σαν μεταγραφικός παράγοντας, όταν είναι ενωμένος με τον προσδέτη του, δηλαδή την καλσιτριόλη.

Με απλά λόγια, η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για τη δράση περισσοτέρων από 2.500 γονιδίων. Πρόκειται για γονίδια που συνθέτουν πολλές πρωτεΐνες, οι οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση, τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων.

Οι υποδοχείς της βιταμίνης D βρίσκονται στο έντερο, στα οστά, στον εγκέφαλο, στον προστάτη, στο μαστό, στο κόλον, σε κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, στους καρδιακούς και στους αγγειακούς μυς.

Είναι συνεπώς αντιληπτό ότι η βιταμίνη D δεν είναι μόνο απαραίτητη για υγιή οστά και την πρόληψη παθήσεων, όπως η οστεοπόρωση και η ραχίτιδα (πάθηση που προκαλεί παραμόρφωση των οστών και καθυστερημένη ανάπτυξη), αλλά για το σύνολο του οργανισμού μας.

Είναι απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, τη μυϊκή δύναμη και την εγκεφαλική δραστηριότητα καθώς και για την έκκριση και ρύθμιση της ινσουλίνης από το πάγκρεας και την ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Η πιο σημαντική ιδιότητα της βιταμίνης D είναι η ρύθμιση της απορρόφησης του ασβεστίου και του φωσφόρου, ενώ είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη των οστών και των δοντιών και για την πρόληψη πολλών ασθενειών. Μελέτες έχουν ήδη τεκμηριώσει ότι η έλλειψή της σχετίζεται μεταξύ άλλων με:

  • τον καρκίνο
  • την υπέρταση
  • τις καρδιοπάθειες
  • τον αυτισμό
  • την παχυσαρκία
  • τον σακχαρώδη διαβήτη
  • την πολλαπλή σκλήρυνση
  • τη ρευματοειδή αρθρίτιδα
  • τη νόσο του Crohn
  • τη γρίπη και το κοινό κρυολόγημα
  • την ψωρίαση
  • τη σηψαιμία
  • την αϋπνία
  • την πρόωρη γήρανση
  • το άσθμα
  • την κυστική ίνωση
  • την υπογονιμότητα
  • την ημικρανία
  • την κατάθλιψη
  • τη νόσο Αλτσχάιμερ
  • τη σχιζοφρένεια
  • την επιληψία
  • τα μυϊκά άλγη
  • πολλές παθήσεις των δοντιών

Τα επιθυμητά ποσοστά της βιταμίνης D σε ανθρώπους χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας, πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 60-80 ng/ml.

Στην περίπτωση πολλαπλών προβλημάτων, όπως καρδιολογικά, αυτοάνοσα, καρκίνος, τα επίπεδα της βιταμίνης πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερα για να επιτευχθεί η λεγόμενη «θεραπευτική δράση» της σε συνδυασμό με τα επιθυμητά και κατάλληλα επίπεδα μαγνησίου, βιταμίνης Κ2, ψευδάργυρου και βορίου, ώστε να διασφαλίζονται οι λειτουργίες της βιταμίνης D στο σώμα μας.