ΦΑΡΜΑΚO

Ταχεία πρόσβαση στα κλινικά οφέλη της ρεμντεσιβίρης σε κατάλληλους ασθενείς με COVID-19 στην Ελλάδα

Κατερίνα Σινάνη

Οι κορονοϊοί είναι μία ομάδα ιών που συνήθως προκαλούν αναπνευστικές λοιμώξεις με ποικίλη σοβαρότητα στον άνθρωπο. Εκτιμάται ότι περίπου το ένα τρίτο των λοιμώξεων ανώτερου αναπνευστικού στον άνθρωπο μπορεί να προκαλείται από κορονοϊούς.

Όπως και με τις άλλες αναπνευστικές λοιμώξεις, η λοίμωξη από τον νέο κορονοϊό 2019–nCoV μπορεί να προκαλέσει ήπια συμπτώματα, όπως καταρροή, πονόλαιμο, πυρετό και βήχα. Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να εμφανίσουν σοβαρές εκδηλώσεις, όπως πνευμονία ή δυσκολία στην αναπνοή. Σπάνια, μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Ηλικιωμένοι και άτομα με υποκείμενα νοσήματα, όπως σακχαρώδη διαβήτη και καρδιαγγειακά νοσήματα, είναι περισσότερο ευάλωτοι στην εμφάνιση σοβαρής νόσου.

Με καταγεγραμμένους μέχρι σήμερα σχεδόν 1,5 εκατομμύρια θανάτους και τα κρούσματα να αγγίζουν τα 65 εκατομμύρια ανά την υφήλιο, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα εισήλθε σε ερευνητική «κούρσα» για τη δημιουργία φαρμάκων που θα αντιμετωπίσουν τη μόλυνση από τον νέο κορονοϊό.

Ένα από αυτά είναι η ρεμντεσιβίρη (remdesivir), ένα νουκλεοτιδικό ανάλογο εγκεκριμένο από τον EMA (European Medicines Agency) και τον FDA (Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων), που αναπτύχθηκε από την Gilead Sciences, βασισμένο σε περισσότερο από μια δεκαετία αντιιικής έρευνας της εταιρείας.

Η ρεμντεσιβίρη έχει αντιιική δραστηριότητα ευρέος φάσματος τόσο in vitro όσο και in vivo σε ζωικά μοντέλα έναντι πολλαπλών αναδυόμενων ιογενών παθογόνων, συμπεριλαμβανομένων των Ebola, SARS, Marburg, MERS και SARS-CoV-2, του ιού που προκαλεί την COVID-19.

Δεδομένα από τρεις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 κατέδειξαν με συνέπεια τα κλινικά οφέλη της θεραπείας με ρεμντεσιβίρη.

Στη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ACTT-1 σε περισσότερους από 1.000 ασθενείς με COVID-19, η ρεμντεσιβίρη βελτίωσε τα κλινικά αποτελέσματα σε ένα ευρύ φάσμα παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής βελτίωσης του χρόνου ανάρρωσης των ασθενών με COVID-19 κατά 5 ημέρες (από 15 ημέρες στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου σε 10 ημέρες στο σκέλος της ρεμντεσιβίρης), ενώ μείωσε και την πιθανότητα επιδείνωσης της νόσου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ειδικά στην περίπτωση των ασθενών με σοβαρή νόσο, o χρόνος μέχρι την ανάρρωση ήταν 11 ημέρες για όσους έλαβαν ρεμντεσιβίρη και 18 ημέρες για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Για τον συνολικό πληθυσμό της μελέτης υπήρχε 50% μεγαλύτερη πιθανότητα σημαντικής βελτίωσης των συμπτωμάτων αν ο ασθενής λάμβανε ρεμντεσιβίρη. Φάνηκε ότι η ρεμντεσιβίρη βοήθησε τους ασθενείς που λάμβαναν χαμηλή παροχή οξυγόνου κατά την ένταξή τους στη μελέτη να μην επιδεινωθούν κλινικά τόσο ώστε να χρειάζονται διασωλήνωση. Τέλος, στην υποομάδα των ασθενών με χαμηλή παροχή οξυγόνου (που συνήθως βρίσκονται στην αρχική φάση της νόσου στο νοσοκομείο σε σχέση με εκείνους που είναι διασωληνωμένοι), η χρήση ρεμντεσιβίρης μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 70%.

Η μελέτη έγινε από το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ, με τη συμμετοχή 1.062 ασθενών, περιλαμβανομένων και 35 ατόμων από την Ελλάδα και δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό New England Journal of Medicine.

Πρόσθετες, τρέχουσες διεθνείς κλινικές δοκιμές Φάσης 3 συνεχίζουν να αξιολογούν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ρεμντεσιβίρης για τη θεραπεία της COVID-19, σε διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών, σε διαφορετικές φαρμακοτεχνικές μορφές και σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες.

Η δυσπιστία του ΠΟΥ

Παρά την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα της ρεμντεσιβίρης, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνεχίζει να την αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα.
Σύμφωνα με πρόσφατη σύσταση που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό BMJ, «η ρεμντεσιβίρη που έχει λάβει επείγουσα αδειοδότηση σε Ευρώπη και ΗΠΑ, δεν ενδείκνυται για ασθενείς που εισάγονται στο νοσοκομείο με COVID-19, ανεξαρτήτως του πόσο σοβαρή είναι η κατάστασή τους, διότι προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία ότι μπορεί να βελτιώσει την επιβίωση ή να μειώσει την ανάγκη για μηχανικό αερισμό».

Η σύσταση αυτή βασίστηκε σε κλινικά δεδομένα από τη μελέτη SOLIDARITY του ΠΟΥ, η οποία όμως εστίαζε μόνο σε ασθενείς νοσηλευόμενους σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Η ρεμντεσιβίρη ωστόσο, συστήνεται να χορηγείται σε πιο πρώιμα στάδια της λοίμωξης COVID-19.

Επίσης, η ίδια η συντακτική επιτροπή της κατευθυντήριας οδηγίας του ΠΟΥ, παραδέχεται ότι η βεβαιότητα των στοιχείων που χρησιμοποίησε είναι χαμηλή και γι’ αυτό διευκρινίζει ότι «τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η ρεμντεσιβίρη δεν έχει κανένα όφελος, αλλά δείχνουν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία βάσει των διαθέσιμων δεδομένων έως σήμερα ότι βελτιώνει καθοριστικούς δείκτες».

Ο FDA και ο ΕΜΑ παίρνουν αποστάσεις από τον ΠΟΥ

Σαφείς αποστάσεις από τη σύσταση του ΠΟΥ πήραν τόσο ο ΕΜΑ όσο και ο FDA. Συγκεκριμένα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων επισημαίνει την χαμηλή βεβαιότητα των στοιχείων που χρησιμοποίησε ο ΠΟΥ για να αποφανθεί επί της αποτελεσματικότητας του αντιιικού φαρμάκου και ξεκαθαρίζει ότι «σε ό,τι αφορά στην ασφάλεια, η ρεμντεσιβίρη γίνεται καλά ανεκτή με όμοιο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών με το εικονικό φάρμακο».

Ο FDA αντίστοιχα, υπενθυμίζει ότι η έγκριση της ρεμντεσιβίρης έγινε βάσει όλων των εν ισχύ νομικών και επιστημονικών κανόνων. Χαρακτηρίζει μάλιστα τη ACTT-1 ως μια μελέτη με αυστηρό σχεδιασμό και επισημαίνει ότι η SOLIDARITY δεν εντόπισε στατιστικά σημαντική διαφορά επί της θνητότητας όταν συνέκρινε τη ρεμντεσιβίρη με το σύνηθες πρωτόκολλο φροντίδας των ασθενών.

Υπογραμμίζει τέλος, ότι οι δύο μελέτες έχουν διαφορετικό σχεδιασμό και στόχους, η ACTT-1 είναι μια διπλά τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη, δηλαδή με ισχυρό πρωτόκολλο για την αυστηρή αξιολόγηση του χρόνου ανάρρωσης των ασθενών, ενώ η SOLIDARITY μια ανοιχτού τύπου μελέτη που δεν αμφισβητεί τα οφέλη της ρεμντεσιβίρης για τους ασθενείς.

Η Gilead Sciences και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν υπογράψει «Συμφωνία Κοινής Προμήθειας» (Joint Procurement Agreement) που θα επιτρέψει την ταχεία και ισότιμη πρόσβαση στη ρεμντεσιβίρη, το πρώτο αντιιικό φάρμακο που αποδείχθηκε αποτελεσματικό για την θεραπεία της COVID-19 στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Η Συμφωνία δίνει τη δυνατότητα στις χώρες της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) να προμηθευτούν -υπό τον συντονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής- ρεμντεσιβίρης τόσο για να καλυφθεί η τρέχουσα ζήτηση όσο και για τη δημιουργία αποθεμάτων. Η Συμφωνία καλύπτει την προμήθεια της ρεμντεσιβίρης τους επόμενους έξι μήνες με δυνατότητα επεκτάσεώς της στο μέλλον. Στην ΕΕ, τον ΕΟΧ και το ΗΒ, η ρεμντεσιβίρη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενηλίκων και εφήβων ασθενών με COVID-19 πνευμονία που χρήζουν συμπληρωματικού οξυγόνου.

Η Συμφωνία έρχεται να αντικαταστήσει τον μέχρι σήμερα τρόπο προμήθειας μέσω του «Μηχανισμού Στήριξης Έκτακτης Ανάγκης» (ESI) μέσω του οποίου κατέστη δυνατή η προμήθεια ρεμντεσιβίρης στα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 2020. Οι ανωτέρω μηχανισμοί της ΕΕ παρακάμπτουν προσωρινά -για λόγους που ανάγονται την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης- την μετά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας συνήθη διαδικασία αποζημίωσης ανά χώρα.

Συμφωνία της Gilead Sciences Ελλάς με την Ελληνική Πολιτεία

Σε εκτέλεση της «Συμφωνίας Κοινής Προμήθειας» μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Gilead Sciences Inc., η βιοφαρμακευτική εταιρεία Gilead Sciences Ελλάς Μ.ΕΠΕ και το ΙΦΕΤ εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας υπέγραψαν Συμφωνία που εξασφαλίζει την ευρεία πρόσβαση στα κλινικά οφέλη της ρεμντεσιβίρης σε κατάλληλους ασθενείς με COVID-19 στη χώρα μας.

Η καθοριστική για την προάσπιση της δημόσιας υγείας συμφωνία μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Gilead Sciences Ελλάς υπεγράφη μόλις 1 ημέρα μετά την υπογραφή της «Συμφωνίας Κοινής Προμήθειας», γεγονός που καταδεικνύει την ετοιμότητα και το υψηλό αίσθημα ευθύνης των συμβαλλομένων. H ευρεία διάθεση της ρεμντεσιβίρης αναμένεται να καλύψει την τρέχουσα ζήτηση αλλά και τις ανάγκες της χώρας σε αποθέματα.

Σε αναγνώριση της τρέχουσας έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία και βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, η κατάσταση έγκρισης της ρεμντεσιβίρης διαφέρει ανά χώρα. Μέχρι σήμερα, η ρεμντεσιβίρη έχει εγκριθεί εξολοκλήρου ή υπό όρους ως θεραπεία της COVID-19 σε περίπου 50 χώρες παγκοσμίως.

© 2014-2024 Onmed.gr - All rights reserved