ONMED

Καρκίνος του παχέος εντέρου: Κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο σε άτομα κάτω των 50 ετών

Τα ευρήματα πρόσφατης αμερικανικής μελέτης ενισχύουν τη σημασία της έναρξης του screening από τα 45 έτη

Καρκίνος του παχέος εντέρου: Κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο σε άτομα κάτω των 50 ετών

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου και ορθού δεν μπορεί πλέον να θεωρείται «νόσος των ηλικιωμένων», τονίζουν οι συγγραφείς πρόσφατης αμερικανικής μελέτης, τα ευρήματα της οποίας ενισχύουν τη σημασία της έναρξης του screening από τα 45 έτη. Διαφαίνεται, επίσης, η ανάγκη για εντατικοποίηση της έρευνας σχετικά με τα αίτια της αύξησης του συγκεκριμένου καρκίνου στις νεότερες γενιές, ιδιαίτερα σε άτομα γεννημένα μετά το 1950, είναι επιτακτική.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αποτελεί μία από τις συχνότερες κακοήθειες του πεπτικού συστήματος και αναπτύσσεται συνήθως αργά, ξεκινώντας από προκαρκινικές βλάβες, όπως οι αδενωματώδεις πολύποδες. Παραδοσιακά θεωρείτο νόσος μεγαλύτερων ηλικιών. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ανησυχητική αύξηση των κρουσμάτων και της θνησιμότητας σε νεότερους ενήλικες. Παράγοντες όπως η δυτικού τύπου διατροφή, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, και οι πιθανές περιβαλλοντικές εκθέσεις ερευνώνται εντατικά ως πιθανά αίτια αυτής της τάσης. Είναι σημαντική η έγκαιρη διάγνωση μέσω προληπτικού ελέγχου (screening) και η αναγνώριση των πρώιμων συμπτωμάτων για τη μείωση της θνησιμότητας.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της American Cancer Society (ACS), παρά τη συνολική μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο στις νεότερες ηλικίες, ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθού, αποτελεί πλέον την πρώτη αιτία θανάτου από καρκίνο σε άτομα ηλικίας κάτω των 50 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Gut. Microbiome Concept

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό JAMA, ανέλυσε δεδομένα θανάτων από καρκίνο σε άτομα ηλικίας 0–49 ετών για την περίοδο 1990–2023. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στις πέντε συχνότερες αιτίες θανάτου από καρκίνο, με χρήση ηλικιακά προσαρμοσμένων δεικτών θνησιμότητας ανά 100.000 πληθυσμού. Τα κύρια σημεία της μελέτης συνοψίζουν οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος), η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ).

3/4 σε προχωρημένο στάδιο

Τα συνολικά ευρήματα είναι ενθαρρυντικά: η συνολική θνησιμότητα από καρκίνο σε άτομα κάτω των 50 ετών μειώθηκε κατά 44% μέσα σε τρεις δεκαετίες, από 25,5 θανάτους ανά 100.000 το 1990 σε 14,2 το 2023. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στη σημαντική πτώση της θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα, του μαστού, του εγκεφάλου και από λευχαιμία. Ειδικά ο καρκίνος του πνεύμονα παρουσίασε τη μεγαλύτερη μέση ετήσια μείωση την τελευταία δεκαετία, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη μείωση του καπνίσματος και τη βελτίωση των θεραπευτικών επιλογών.

Ωστόσο, ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του ορθού αποτελεί τη μεγάλη εξαίρεση σε αυτή την πρόοδο. Από το 2005 και μετά, η θνησιμότητα από καρκίνο του παχέος εντέρου και ορθού σε άτομα κάτω των 50 ετών αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 1,1% ετησίως. Αυτή η σταθερή άνοδος είχε ως αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος καρκίνος να μετακινηθεί από την πέμπτη θέση ως αιτία θανάτου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στην πρώτη θέση το 2023. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, ειδικά όταν συγκρίνεται με τις εντυπωσιακές μειώσεις που καταγράφονται σε άλλους συχνούς καρκίνους.

Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα είναι ότι περίπου τρία στα τέσσερα άτομα κάτω των 50 ετών διαγιγνώσκονται με καρκίνο του παχέος εντέρου και ορθού σε προχωρημένο στάδιο. Αυτό υποδηλώνει καθυστέρηση στη διάγνωση, πιθανώς λόγω ανεπαρκούς συμμετοχής σε προγράμματα προληπτικού ελέγχου. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα ηλικίας 45–49 ετών αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% των διαγνώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου και ορθού σε πληθυσμό κάτω των 50, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της έναρξης του screening από τα 45 έτη, όπως πλέον συστήνεται.

Η ενημέρωση του κοινού και η διασφάλιση πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης αποτελούν άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα που μπορούν να σώσουν ζωές, τονίζουν, τέλος, οι συγγραφείς της μελέτης.