ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ

Όταν η πολιτική συναντά το σεξ και το σεξ την εξουσία: Άρθρο της Αθηνάς Δρέττα

Η ιδέα να μιλήσω για τη σχέση του σεξ με τη πολιτική- και υπογραμμίζω τη λέξη σχέση- με βρήκε λίγο απροετοίμαστη όχι μόνο γιατί είναι ένα θέμα ταμπού, παρά τη μυθολογία που αναπτύσσεται γύρω από αυτή, όσο και από το γεγονός ότι είμαι γυναίκα. 

Όταν η πολιτική συναντά το σεξ και το σεξ την εξουσία: Άρθρο της Αθηνάς Δρέττα

΄Αρθρο της Αθηνάς Δρέττα

«Παρά το ότι στις μέρες μας η παρουσία της γυναίκας στη πολιτική εμφανίζεται ως απόλυτα φυσιολογική, η πολιτική, εξακολουθεί να παραμένει μια αντρική υπόθεση και κυρίως ο σκληρός πυρήνας της, δηλ. η εξουσία που απορρέει από αυτή.
Πόσο μάλλον όταν αυτή συνδέεται με το σεξ που στο πολιτικό και κοινωνικό life-style συνοδεύεται από μεγάλες ποσότητες τεστοστερόνης και δύναμης.

Η αλήθεια είναι πως το πεδίο είναι ουσιαστικά αχαρτογράφητο και οι αναφορές στο διαδίκτυο ελάχιστες σε αντίθεση με την υπερπληθώρα σεξουαλικών σκανδάλων πολιτικών, βασικά ανδρών.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Το σεξ έχει καταντήσει σχεδόν ρουτίνα, η πολιτική και οι πολιτικοί έχουν απομυθοποιηθεί αρκετά, άρα τι μας εμποδίζει να μιλάμε ειλικρινά και ανοιχτά, να διερευνούμε, να αποδεχόμαστε εν τέλει την ανθρώπινη διάσταση των πολιτικών, για ένα θέμα που αποτελεί το πιο αγαπημένο κουτσομπολιό των αθηναϊκών πολιτικών καφενείων, κομμωτηρίων και γιαλαντζί αριστοκρατικών σαλονιών.
Είναι μόνο η προφανής διατήρηση της εικόνας που θέλει τον πολιτικό εκφραστή των επίσημων αξιών και αρχών της κοινωνίας έστω και υποκριτικά;
Nομίζω πως όχι.

Ίσως γιατί στην περίπτωση αυτή ,το σεξ είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό πήδημα ακόμα και στη πιο απλή εκδοχή του, αγγίζει κάτι πολύ βαθύτερο που δεν είναι η σχέση με τη πολιτική αλλά με την ιδεολογία, δηλαδή μια στάση ζωής ή μια ψευδαίσθηση ζωής χωρίς όμως την οποία δε ξέρουμε πώς να ζήσουμε.

Τα πράγματα έτσι μπερδεύονται πολύ περισσότερο όταν πρέπει για παράδειγμα να δικαιολογήσεις μια πιο ελευθεριακή στάση ζωής ή μια πιο ανορθόδοξη προσέγγιση σεξουαλικής δραστηριότητας και παράλληλα να ανήκεις στους Ανεξάρτητους Έλληνες. Ή σκεφθείτε το παράδειγμα ενός μέλους της Χρυσής Αυγής που θα έπρεπε παράλληλα να δικαιολογήσει τη προτίμησή του στις ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Και τι γίνεται στη περίπτωση που είσαι βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και οι ερωτικοί σου σύντροφοι είναι όλοι τραπεζίτες ή εφοπλιστές. Η για σκεφθείτε τη περίπτωση ενός συντηρητικού πολιτικού στελέχους που έχει υπογράψει την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες αλλά διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις με μια λαϊκή τραγουδίστρια σε σκυλάδικο.
Δεν είναι απλώς η κατάρρευση της εικόνας ενός προσώπου αλλά η διάψευση ενός ολόκληρου πολιτικού αφηγήματος, μιας κοσμοθεωρίας, των κανόνων, των ρόλων, των εξαναγκασμών, των ωφελειών και των βεβαιοτήτων που απορρέουν από αυτό και μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας που ταυτίζεται με αυτό.

Αποφεύγουμε λοιπόν να μιλάμε γι'αυτό και έτσι όλοι βολεύονται.

Οι πολιτικοί παίζουν το ρόλο τους και εμείς το δικό μας. Υποδύονται τους ηγήτορες κι εμείς τους αφήνουμε να το πιστεύουν σε μια χώρα που έχει έτσι κι αλλιώς μια παράξενη σχέση με την αρχηγεσία. Τους φορτώνουμε τις ενοχές μας και τις φοβίες μας κλείνοντας ο ένας πονηρά το μάτι στον άλλο, θαυμάζοντας κατά βάθος, υποσυνείδητα , τις δυνατότητες και τις επιλογές που ανοίγει ο θαυμαστός, άνετος χώρος της πολιτικής. Λατρεύουμε να τιμωρούμε ενώ ποθούμε να ταυτιστούμε.

Τι συμβαίνει όμως πραγματικά στη πολιτική και τη σχέση της με τη σεξουαλικότητα;
Eίναι αλήθεια ή μύθος οι αφροδισιακές ιδιότητες της πολιτικής; Είναι η πολιτική η πραγματική εξουσία;
Αφορά στο ίδιο γυναίκες και άνδρες πολιτικούς;
Πόσο καλοί είναι οι πολιτικοί στο σεξ;
Πόσο ερωτική είναι η βουλή ή τα κομματικά γραφεία;

Η πολιτική σεξουαλικότητα δεν έχει να κάνει καθόλου με τα ερωτικά όνειρα.
Όταν μιλάμε για το χάρισμα της ηγεσίας (leadership),μιλάμε για ένα δώρο από τη φύση ή τους θεούς που παραμένει σε γενικές γραμμές στη ζώνη του ανεξήγητου. Στο απλούστερο επίπεδο το χάρισμα μπορεί να προκαλεί ένα νευρικό ή αδενικό ερέθισμα ,αλλά δεν είναι από μόνο του τόσο ακατέργαστο και δυνατό ώστε να μας κάνει να πεταγόμαστε από το κρεβάτι μας με όνειρα ερωτικής επαφής.

Στη πραγματικότητα ο πολιτικός, άνδρας ή γυναίκα συντηρεί και επιβεβαιώνει τη σεξουαλικότητά του μέσα από έναν αμφίκοιλο καθρέφτη, έναν καθρέφτη που προβάλλει στα μάτια των άλλων την εικόνα που φαντάζονται για τον πολιτικό και την αντίθετη μεριά του που προβάλλει στον πολιτικό την εικόνα που βλέπουν οι άλλοι σε αυτόν. Τις περισσότερες φορές δεν είναι σωστή καμία από τις δύο.

Υπάρχει όμως η ανάγκη συντήρησης ενός μύθου που χρειάζεται πρωταγωνιστή αλλά και κοινό. Εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Και όπως όλοι οι μύθοι λειτουργεί με συμβολισμούς και τη διαχείρισή τους.
Στην περίπτωση των ανδρών τα πράγματα είναι απλούστερα ή πιο συνηθισμένα.
Ο ηγέτης, ας πω καλύτερα ο πολιτικός, συνδέεται με την αποφασιστικότητα που όπως είπα και πριν στο συλλογικό υποσυνείδητο συνοδεύεται από κιλά τεστοστερόνης και ανδρισμού που σημαίνει επιβεβαίωση, ασφάλεια και μερικές φορές καλό σεξ. Σε αρκετές περιπτώσεις, όχι σε όλες, υπάρχει χρήμα και ένας λαμπερός, τηλεοπτικός ή στη χειρότερη περίπτωση ο κόσμος των ιλουστρασιόν περιοδικών, που περιμένει να κατακτηθεί.

Στον κόσμο αυτό η παρανομία λειτουργεί πιο ισχυρά, πιο αφροδισιακά στη πρώτη φάση. Γιατί στα μάτια της ερωτικής συντρόφου, ο άνδρας ρισκάρει περισσότερα άρα είναι ακόμα πιο αποφασιστικός, πιο «μάγκας», πιο macho.
Το κυριότερο όμως είναι η αίσθηση μιας παντοδυναμίας. Εξουσιάζω αυτόν που εξουσιάζει τους άλλους. Εξουσιάζω την εξουσία. Αγγίζω το θεό, σχεδόν γίνομαι θεός.
Ο άνδρας πολιτικός αναγκάζεται έτσι να παίξει το ρόλο του αποφασιστικού πολλές φορές ως καρικατούρα. Ρόλος δύσκολος και απαιτητικός που απαιτεί εγρήγορση και αποστάσεις. Που κουράζει και κουράζεται.

Και όταν απομυθοποιείται, συνήθως πολύ γρήγορα, τα σύμβολα εκπίπτουν ή οι ρόλοι αντιστρέφονται ή όλο αυτό μετεξελίσσεται απλά σε ένα power game που συντηρεί έναν ιδιότυπο ερωτισμό. Μια δύναμη επιβολής.
Σε πάρα πολλές περιπτώσεις η ανδρική πολιτική σεξουαλικότητα δεν καθορίζεται από τον ίδιο τον άνδρα αλλά από το περιβάλλον του. Στη περίπτωση του Κέννεντυ που ήταν εξαιρετικά womanizer, η επιτυχία του δεν οφειλόταν μόνο στην προσωπική του σεξουαλική γοητεία ή την πολιτική του θέση αλλά και στη γυναίκα του, ο γάμος της οποίας με τον Ωνάση έδειξε την ύπαρξη μιας ιερής τριάδας που αποτελείται από σεξ, χρήμα, πολιτική εξουσία παράλληλα με το γεγονός ότι η πιο ισχυρή σεξουαλική και ερωτική παρόρμηση είναι η κατάκτηση του πιο δύσκολου στόχου.

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση μιας γυναικείας ηγετικής προσωπικότητας όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, ένα εξαιρετικό study case για τη σχέση πολιτικής και σεξουαλικότητας από τη γυναικεία σκοπιά;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα και πιο αφροδισιακά.
Το vanity fair αφιέρωσε πριν μερικά χρόνια αρκετές σελίδες του εξυμνώντας τη δυναμική θηλυκότητα της Θάτσερ και αναδεικνύοντας τη σε σύμβολο μιας πολιτικής σεξουαλικότητας που έχει πάντα κάτι σκοτεινό στη περίπτωση των γυναικών.
Πρέπει πάντα να είναι καλά κρυμμένη κάτω από μια αψεγάδιαστη εξωτερική εμφάνιση έστω και συντηρητική που επιβεβαιώνει τον ορισμό της γυναικείας υπόστασης. Το όπλο της σεξουαλικής γοητείας είναι πολύ ισχυρό και για να χρησιμοποιείται και σε κάθε περίπτωση η θήκη που το περιέχει πρέπει να θαυμάζεται πολύ περισσότερο από το ίδιο.
Σε αυτή τη περίπτωση τις γυναίκες πρέπει να τις φοβάσαι και να τις σέβεσαι παρά να τις αγαπάς και άρα χρειάζεται ένα είδος μαζοχισμού για να τις κατακτήσεις.

Η σεξουαλικότητα εδώ κρίνεται στο πεδίο της υποταγής.

Ανεξάρτητα αν η εικόνα της γυναικείας εξουσίας είναι αυτή της στοργικής μητέρας ή της νοσοκόμας ή της αυστηρής δασκάλας όπως ας πούμε της Μέρκελ σήμερα, η ουσία είναι η τήξη του εσωτερικού μετάλλου που συνοδεύει πάντα τη γυναικεία δύναμη.
Η κατάκτηση έτσι γίνεται δυσκολότερη και η απόλαυση μεγαλύτερη.

Δυστυχώς τα παραδείγματα δεν είναι πολλά για να μπορέσουμε να βγάλουμε πιο ασφαλή συμπεράσματα εξ αιτίας της υποαντιπροσώπευσης των γυναικών στη πολιτική και των πιο ισχυρών κοινωνικών προκαταλήψεων απέναντι σε αυτές.

Αν σε ένα πρώτο επίπεδο η πολιτική λειτουργεί αφροδισιακά για άνδρες και γυναίκες έχει σημασία να σκεφτούμε, το προφίλ των ανθρώπων που ασχολούνται με τη πολιτική ιδίως σε μια χώρα σαν την Ελλάδα.
Μακριά από μένα οι απολιτικές γενικεύσεις για τη πολιτική, που εξακολουθεί να παραμένει η μητέρα όλων των τεχνών και απαιτεί δεξιότητες, εκπαίδευση και ήθος και τους πολιτικούς που στις μέρες μας αίρουν στη πλάτη τους τις συλλογικές αμαρτίες της χώρας.

Στις μέρες μας όμως ο απαραίτητος πολιτικός ναρκισσισμός που εξασφαλίζει την αναγκαία αυτοπεποίθηση και την ανάληψη του αντίστοιχου πολιτικού ρίσκου ακόμα και απέναντι στο κυρίαρχο ρεύμα της εποχής, συνοδεύεται από μεγάλες ποσότητες ανασφάλειας, επαρχιωτισμού, εξαρτήσεων, σύγχυσης, έλλειψης κανόνων που τελικά οδηγούν σε ένα βαθύ συντηρητισμό προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό παρά την επίφαση μιας κάποιας ελευθεριότητας που παραμένει ρηχή και άγονη.

Αν αυτά τα μεταφέρετε στο πεδίο της σεξουαλικότητας, αναρωτιέμαι πόσο μπορεί να ακτινοβολεί αυτό το πρωτόγονο μείγμα χημείας και προσμονής, ένας άνθρωπος εξαιρετικά απασχολημένος με τον εαυτό του, με λίγο διαθέσιμο χρόνο, απρόθυμος να ρισκάρει και να πειραματιστεί, φοβισμένος ότι θα μπλέξει, μαθημένος να δίνει εντολές, αφοσιωμένος στη καριέρα του ως απόλυτη προτεραιότητα, πυλώνα της ύπαρξής του, του βαθύτερου εγώ, της ιδιοσυστασίας του;

Σε κάθε περίπτωση η πολιτική και ο κόσμος της άρα και η λάμψη της, είναι αντιπροσωπευτική μιας κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας που διογκώνεται δραματικά μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την μαζική απενοχοποίηση μιας καταπιεσμένης κοινωνίας. Το σεξ appeal αυξάνεται με τη δημοσιότητα και η ανάγκη διατήρησης της δημοσιότητας συντηρεί ή και αυξάνει το μύθο.

Στην υπόθεση Κλίντον Λεβίνσκι τα κανάλια αφιέρωσαν περισσότερο χρόνο από ότι σε όλες τις άλλες εθνικές ή διεθνείς κρίσεις: τις ειρηνευτικές διαδικασίες στη Μέση Ανατολή, τις πυρηνικές δοκιμές της Ινδίας και του Πακιστάν, τις οικονομικές κρίσεις στην Ασία και τη Ρωσία. Στη συνάντηση Κλίντον Αραφάτ τα κανάλια μετέδωσαν μόνο τις ερωτήσεις που αφορούσαν τη σχέση του Αμερικανού προέδρου με τη Λεβίνσκι με τον Αραφάτ να παρακολουθεί αμήχανα τη σκηνή.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή όλα προσαρμόζονται στα μεγέθη μιας περιφερειακής μισοευρωπαικής χώρας που εξακολουθεί να μετεωρίζεται ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Η σκηνή είναι μικρή χωρίς τις επικές διαστάσεις ενός Στρος Καν ή το γκροτέσκο ενός Μπερλουσκόνι, ούτε τη χολιγουντιανή λάμψη του Κλίντον.

Η εξουσία και οι πρωταγωνιστές της με ελάχιστες εξαιρέσεις θυμίζουν περισσότερο καρικατούρες τουρκικής σαπουνόπερας που διατηρεί αναλλοίωτους ρόλους και στερεότυπα, ο άνδρας επιβεβαιώνεται ως τέτοιος αρκεί να μη βάζει το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι, να χαμογελά υπαινικτικά και να ακκίζεται στα αγγλικά. Η απόσταση, απαραίτητη προϋπόθεση για την συντήρηση του μύθου,
εξαερώνεται, οι μεγάλες αποφάσεις κυκλοφορούν ελεύθερα στο lobby της Μεγάλης Βρετανίας παλιότερα ή στο Φίλιον τώρα, η εξουσία εξαντλείται στη παρουσία μερικών προσωπικών αστυνομικών, η εκτελεστική εξουσία ξεκατινιάζεται καθημερινά στα τηλεοπτικά παράθυρα, δεν υπάρχουν κανόνες για να σε προκαλέσουν να τους παραβιάσεις , όλοι είμαστε φίλοι, όλοι γνωρίζουν τα πάντα, όλοι έχουν μια άκρη που μαθαίνουν, δεν υπάρχουν μυστικά, όλα προβάλλουν πεντακάθαρα κάτω από τον εκτυφλωτικό αττικό ήλιο.

Τα μεγέθη περιορίζονται δραματικά. Και οι ρόλοι αναπαράγονται πληκτικά. Ο πτωχός πλην τίμιος πολιτικός που μπλέκεται με το στέλεχος του αντιπάλου κόμματος που πήγε στη βουλή ψάχνοντας να καλοπαντρευτεί αλλά δε τα κατάφερε, ο «μάγκας»
πρωτοκλασάτος που δε διστάζει να δηλώσει ότι του αρέσει και κάτι πιο δεύτερο γιατί για αυτόν μετράει το σεξ, ο νεαρός ειδικευόμενος πολιτικός που κολακεύεται με μεγαλοκυρίες των βορείων προαστίων που ζητούν συντροφιά και επιβεβαίωση μιας ελλιπούς πνευματικότητας σε αντάλλαγμα την είσοδο στους κοσμικούς κύκλους, ο επαρχιώτης βουλευτής που ζει το μύθο της προσωπικής του απελευθέρωσης, ο αρχηγός που αισθάνεται ένα είδος οιονεί ιδιοκτησίας για τα γυναικεία πρόσωπα του κόμματός του, η νεαρά που χρησιμοποιεί την εικόνα της με μεγαλο- και μικρό -δημοσιογράφους για να υπάρξει. Όλα αυτά κυκλοφορούν χαλαρά, άνετα, σχεδόν φιλικά.

Τα πρόσωπα που περιγράφονται παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με τη πραγματικότητα, γιατί ζούμε και στην εποχή των αγωγών.
Παρόλα αυτά η πολιτική εξακολουθεί να παραμένει ένας χώρος περίεργα ερωτικός γιατί μπορεί να επηρεάσει ακόμα και σήμερα βαθιά τις ζωές των ανθρώπων όπως μόνο ο έρωτας μπορεί να το κάνει με έναν αντίστοιχο τρόπο.

Ίσως την επόμενη φορά θα έπρεπε να μιλήσουμε για τη σχέση της πραγματικής εξουσίας, του χρήματος, με το σεξ και τη σεξουαλικότητα γιατί εκεί καταγράφονται ενδιαφέρουσες αλλαγές στο τρόπο που αντιδρούν οι άνδρες στο χρήμα που τους προσφέρεται ως αντάλλαγμα. Μετατρέπονται δηλαδή από κυνηγοί σε έπαθλο.

Γιατί τελικά αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι πραγματικά δυνατός;
To κοινωνικό status; ή τα λεφτά ή η φήμη;

Η εξουσία είναι παμφάγος. Τείνει να συνδέεται με το πλούτο και τη φήμη και την επιτυχία και τη σεξουαλική πρόσβαση σε όλο και περισσότερους διαφορετικούς συντρόφους. Το μόνο πράγμα όμως που χρειάζεται κάποιος για να αισθανθεί δυνατός είναι η υποταγή μας και το αντίστροφο.
Το πρόβλημα είναι πως όλο αυτό διαφθείρει και τελικά αφαιρεί τη χαρά, προϋπόθεση για μια αυθεντική σεξουαλικότητα.

Η κυρία Αθηνά Δρέττα, είναι πρώην γ.γ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το άρθρο αυτό, είναι από ομιλία της στο 2ο Μεσογειακό Συνέδριο Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας

dretta43

Διαβάστε ακόμη:

Μεσογειακό Συνέδριο Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας: Όταν το σεξ συναντά την θρησκεία & η ποίηση τον γάμο