Η Ελλάδα στην πρώτη θέση της ΕΕ σε ανεκπλήρωτες ιατρικές και οδοντιατρικές ανάγκες
Αντιμέτωπα με καταστροφικές δαπάνες υγείας εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά
Πάνω από 400 χιλιάδες νοικοκυριά στη χώρα μας καλούνται να πληρώσουν από την τσέπη τους ποσά που απειλούν την οικονομική τους επιβίωση, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία για τις δαπάνες υγείας, που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του Πανελλήνιου Συνεδρίου για τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας.
Οι άμεσες πληρωμές των πολιτών αντιστοιχούν σήμερα στο 34% των συνολικών δαπανών υγείας, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνολικά, 404.418 νοικοκυριά αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες υγείας (άμεσες πληρωμές που υπερβαίνουν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος), με τα σχετικά ποσοστά να κινούνται μεταξύ 9% και 10,5% την περίοδο 2020–2023. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ 45 χωρών με τις υψηλότερες καταστροφικές δαπάνες, γεγονός που την τοποθετεί στη «ζώνη υψηλού κινδύνου».
Το κοινωνικό αποτύπωμα αυτής της επιβάρυνσης μεταφράζεται σε βαθιές ανισότητες, καθώς το φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος των καταστροφικών δαπανών. Ειδικότερα, τα φτωχότερα νοικοκυριά καλύπτουν σχεδόν το 57% των καταστροφικών δαπανών για φάρμακα και το 17% για εξωνοσοκομειακή φροντίδα, που αποτελούν και τις βασικότερες κατηγορίες επιβάρυνσής τους.
Φτωχοποιητικές δαπάνες
Παράλληλα, 302.249 νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με φτωχοποιητικές δαπάνες υγείας (οδηγούνται κάτω από το όριο της φτώχειας ή επιδεινώνεται η ήδη επισφαλής οικονομική τους κατάσταση) και σε άμεσο κίνδυνο κοινωνικής υποβάθμισης. Αν ληφθεί υπόψη ότι ο μέσος όρος σύνθεσης των ελληνικών νοικοκυριών είναι 2,7 άτομα, γίνεται σαφές ότι το πρόβλημα αφορά πολύ περισσότερους πολίτες από όσους καταγράφονται στα στατιστικά μεγέθη.
Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι βιώνουν καταστάσεις σοβαρής οικονομικής πίεσης εξαιτίας δαπανών υγείας, με τη χώρα να βρίσκεται περίπου στο μέσο της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς τον κίνδυνο φτωχοποίησης, αλλά με έντονες εσωτερικές ανισότητες.
Ανεκπλήρωτες ανάγκες
Η οικονομική επιβάρυνση οδηγεί και σε ένα ακόμη ανησυχητικό φαινόμενο: την αδυναμία πρόσβασης σε αναγκαίες υπηρεσίες υγείας. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ανεκπλήρωτης ιατρικής και οδοντιατρικής ανάγκης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λόγω κόστους, απόστασης και μεγάλων χρόνων αναμονής. Το πρόβλημα πλήττει κυρίως το φτωχότερο τμήμα του πληθυσμού και τους συνταξιούχους.
Ιδιαίτερα δραματική είναι η εικόνα για τα άτομα με αναπηρία, καθώς η ανεκπλήρωτη ανάγκη φροντίδας υγείας για τους ίδιους λόγους είναι εξαπλάσια σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε., τοποθετώντας τη χώρα μας στην πρώτη θέση της αρνητικής ευρωπαϊκής κατάταξης.
Κατ’ οίκον φροντίδα
Στον τομέα της μακροχρόνιας και κατ’ οίκον φροντίδας, τα στοιχεία (2024) αποκαλύπτουν ότι το 43% των πολιτών πληρώνει εξ ολοκλήρου από την τσέπη του το κόστος των σχετικών υπηρεσιών, ενώ ένα επιπλέον 23,6% καλύπτει μέρος του. Στο 71% των περιπτώσεων, ο βασικός λόγος μη επαρκούς λήψης αυτών των υπηρεσιών είναι η οικονομική δυσκολία, γεγονός που μετατρέπει τη φροντίδα σε προνόμιο και όχι σε κοινωνικό δικαίωμα.
Πολιτικές επιλογές και ανάγκη επανασχεδιασμού
Τα στοιχεία προέρχονται από έρευνα που έγινε για πρώτη φορά το 2001, σε συνεργασία της τότε Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, και επαναλήφθηκε το 2025. Παρουσιάζοντάς τα, ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Χαράλαμπος Οικονόμου απέδωσε την εικόνα στις συμπληρωμές για καλυπτόμενες υπηρεσίες, στην περιορισμένη δέσμη παροχών και στην ύπαρξη ανασφάλιστων ομάδων.
Όπως επισήμανε, πρόκειται για πολιτικές επιλογές που πλήττουν κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα, υπονομεύοντας ταυτόχρονα την αποδοτικότητα του συστήματος και οδηγώντας σε αυτοθεραπεία, παραίτηση από την αναζήτηση φροντίδας ή καθυστερημένη χρήση υπηρεσιών υγείας.
Ο Καθηγητής τόνισε ότι, παρότι έχουν ληφθεί ορισμένα θετικά μέτρα τα τελευταία χρόνια, όπως η ανάπτυξη ανακουφιστικής φροντίδας και η νοσοκομειακή κατ’ οίκον νοσηλεία, η εφαρμογή και η αποτελεσματικότητά τους δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί επαρκώς. Την ίδια στιγμή, πολιτικές όπως τα απογευματινά ιατρεία, η αύξηση της συμμετοχής στα διαγνωστικά κέντρα και η διεύρυνση του ιδιωτικού έργου εντός του ΕΣΥ αυξάνουν την οικονομική πίεση στους πολίτες.