ΥΓΕΙΑ Α-Ω

Χρήσιμα συμπεράσματα για την καρδιά από το «CardioMetabolic Summit»

Χρήσιμα συμπεράσματα για την καρδιά από το «CardioMetabolic Summit»
Τη σημασία της ολιστικής προσέγγισης κατά τη θεραπεία των ασθενών με καρδιομεταβολικά νοσήματα, ανέδειξε η επιστημονική εκδήλωση «CardioMetabolic Summit», που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο ξενοδοχείο Athens Intercontinental υπό την αιγίδα 6 επιστημονικών εταιριών και τη συμμετοχή περισσότερων των 300 διακεκριμένων επαγγελματιών υγείας.

Τη σημασία της ολιστικής προσέγγισης κατά τη θεραπεία των ασθενών με καρδιομεταβολικά νοσήματα, ανέδειξε η επιστημονική εκδήλωση «CardioMetabolic Summit», που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στο ξενοδοχείο Athens Intercontinental υπό την αιγίδα 6 επιστημονικών εταιριών και τη συμμετοχή περισσότερων των 300 διακεκριμένων επαγγελματιών υγείας.

 

Το «CardioMetabolic Summit» τέλεσε υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης, της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ΕΔΕ), της Ελληνικής Εταιρείας Λιπιδιολογίας, Αθηροσκλήρωσης και Αγγειακής Νόσου (ΕΕΛΙΑ), της Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης Βορείου Ελλάδος (ΕΑΒΕ), της Διαβητολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος (ΔΕΒΕ), της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας και της Πανελλήνιας Ένωσης Ενδοκρινολόγων, και πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία της MSD και της ΒΙΑΝΕΞ.

 

Στην εκδήλωση, παρουσιάστηκαν σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα για την αντιμετώπιση των καρδιομεταβολικών παθήσεων, τη βελτίωση της υγείας των ασθενών και τη μείωση του οικονομικού φορτίου των νοσημάτων. Οι αριθμοί τεκμηριώνουν το μέγεθος του προβλήματος.

 

Αναφορικά με την δυσλιπιδαιμία, στην Ελλάδα η συχνότητα εμφάνισης της είναι αρκετά υψηλή, καθώς υπολογίζεται ότι 1 στους 500 πάσχουν από ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, ενώ για τη μικτή υπερλιπιδαιμία, δηλαδή διαταραχές σε LDL-χοληστερόλη και τριγλυκερίδια, η συχνότητα εμφάνισης είναι ακόμα υψηλότερη, 1 στους 100.  Η υπεροχοληστερολαιμία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης αθηρωματικής πλάκας η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καρδιαγγειακά νοσήματα κυρίως με τη μορφή εμφράγματος μυοκαρδίου και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα μεγάλο και επηρεάζει μεταξύ άλλων, σημαντικές ομάδες του πληθυσμού, όπως άνδρες μεγαλύτερους των 40 ετών, άτομα με αρτηριακή υπέρταση και αθηροσκλήρωση, διαβητικούς τύπου 2, καπνίζοντες, υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. Στη χώρα μας, κάθε χρόνο αναφέρονται 20.000 εμφράγματα και 35.000 εγκεφαλικά επεισόδια, αποτελώντας έτσι δύο από τις κυριότερες αιτίες θανάτου.

 

Η αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη αποτέλεσε επίσης αντικείμενο του επιστημονικού διαλόγου, καθώς το 8,4% του παγκόσμιου πληθυσμού πάσχει σήμερα από τη νόσο. Στην Ελλάδα, τα άτομα με διαβήτη τύπου 1 και 2 ανέρχονται σε 584.600, δηλαδή ποσοστό περίπου 7% του γενικού πληθυσμού, ενώ υψηλός είναι και ο αριθμός των ατόμων που πάσχουν και δεν έχουν διαγνωστεί, ο οποίος ανέρχεται σε 213.910 (τα στοιχεία προέρχονται από το International Diabetes Federation (IDF) για ηλικιακό εύρος 20-79 ετών).

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2 (ΣΔΤ2) επιφέρει άμεσα κόστη ύψους 2,3 € δισ. απορροφώντας το 2009, 12% των ετήσιων δαπανών για την υγεία στην Ελλάδα. Το κόστος των επιπλοκών του ΣΔΤ2 αποτελεί το 55% των συνολικών εξόδων για τη νόσο.

 

Αξίζει να αναφερθεί ότι τα καρδιομεταβολικά νοσήματα επηρεάζουν σημαντικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων και αυξάνουν την πρόωρη θνησιμότητα, επιφέροντας σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Είναι ανάγκη να υπάρξει μια πιο αποτελεσματική διαχείριση των καρδιομεταβολικών νοσημάτων έτσι ώστε να αποφευχθούν δαπάνες όπως κόστος επιπλοκών λόγω μη συμμόρφωσης στις υπάρχουσες θεραπείες και κόστη νοσηλείας λόγω επιπλοκών των καθιερωμένων θεραπευτικών επιλογών.

 

Για την αντιμετώπιση των καρδιομεταβολικών νοσημάτων, οι διεθνείς και Έλληνες ομιλητές, τόνισαν την αλλαγή στον τρόπο ζωής, τη σημασία της επίτευξης των στόχων της LDL χοληστερόλης, τηv κλινική αξία των νέων θεραπευτικών επιλογών όπως οι αναστολείς DPP-IV, την ανάγκη συμμόρφωσης του ασθενή στη θεραπεία αλλά και μια νέα μέθοδο για απώλεια βάρους στους ασθενείς με καρδιομεταβολικά νοσήματα.  

 

 Το πλεονέκτημα των αναστολέων DPP-IV

 

Η C. Deacon, Καθηγήτρια Έρευνας του Τμήματος Ιατρικής Φυσιολογίας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, στη Δανία, ανέφερε σχετικά με τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2: «Πιστεύω ότι στην αντιμετώπιση του διαβήτη χρειαζόμαστε μία θεραπεία της οποίας το θεραπευτικό αποτέλεσμα να διαρκεί στον χρόνο και να είμαστε σίγουροι για την ασφάλεια της, γεγονός το οποίο ισχύει με όλους τους αναστολείς DPP-IV, για τους οποίους αποτελεί πλεονέκτημα το ότι έχουμε πλέον μεγάλη κλινική εμπειρία». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της η C.Deacon ανέφερε πως δεν είναι όλοι οι αναστολείς DPP-IV ίδιοι. «Έχουν σαφείς ομοιότητες (αποτελούν αποτελεσματικές θεραπείες, ασφαλείς στη χρήση, καλά ανεκτές), αλλά και σημαντικές διαφορές όπως η εκλεκτικότητα ως προς τα ένζυμα που αναστέλλουν, ο τρόπος που μεταβολίζονται και αποβάλλονται από τον οργανισμό, οι αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, η δοσολογία και η συχνότητα χορήγησης κ.α. Για παράδειγμα, η σιταγλιπτίνη που αποτελεί τον εκπρόσωπο με τη μεγαλύτερη κλινική εμπειρία, χορηγείται πάντα μια φορά την ημέρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, με κατάλληλη μείωση της δόσης ενώ η βιλνταγλιπτίνη η οποία χορηγείται συνήθως δυο φορές την ημέρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία».

 

Συμμόρφωση στη θεραπεία

 

Η συμμόρφωση του ασθενή στη θεραπεία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της υγείας του και στην αποφυγή του καρδιομεταβολικού κινδύνου.

Η L. Tokgozoglu, Καθηγήτρια Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Hacettepe, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης και Πρόεδρος της Τουρκικής Εταιρείας Καρδιολογίας, μίλησε για τη διαχείριση των ασθενών και τα εμπόδια στη συμμόρφωση στη θεραπεία τους: «Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες εξαιτίας των οποίων οι ασθενείς δεν μπορούν να συμμορφωθούν με τη θεραπεία τους. Η διαχείριση των ασθενών αποτελεί μία εξίσωση με πολλές παραμέτρους και δεν πρέπει να κατηγορείται ο ιατρός για το κενό που δημιουργείται, αφού προσπαθεί να κάνει το καλύτερο δυνατό για τον ασθενή του. Το κενό αυτό θα πρέπει να συμπληρωθεί από τις πολιτικές υγείας, αλλά και από τον ίδιο τον ασθενή, ο οποίος οφείλει να είναι συνεπής και να συμμορφώνεται στη θεραπεία του, για να εξασφαλίσει την υγεία του».

 

Η MSD (Merck Sharp & Dohme) ξεκίνησε τη λειτουργία της στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2010 απασχολώντας σήμερα περισσότερους από 230 υπαλλήλους. Αποτελεί θυγατρική εταιρεία του πολυεθνικού Ομίλου Merck & Co, με έδρα το New Jersey που απασχολεί 82.000 εργαζομένους σε 140 χώρες σε όλο τον κόσμο. Η εταιρεία λειτουργεί με την ονομασία Merck στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά και με την ονομασία MSD στην Ευρώπη.

 

Η ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε., η κορυφαία Ελληνική Φαρμακευτική Εταιρεία, ιδρύθηκε το 1971. Διαθέτει 4 σύγχρονα εξειδικευμένα εργοστάσια παραγωγής φαρμάκων, με εξαγωγές σε 30 χώρες, συνεργασίες με 24 πολυεθνικές εταιρείες και περισσότερους από 1.000 εργαζόμενους. Το 1983 ξεκίνησε η συνεργασία με την MSD, την οποία και εκπροσωπούσε στην Ελλάδα μέχρι το 2011, ακολούθως μία νέα συμφωνία/συνεργασία θεμελιώθηκε μεταξύ των δύο εταιρειών.