ΥΓΕΙΑ

Διαλειμματική νηστεία: Πώς επηρεάζει τις γυναικείες ορμόνες

Η διαλειμματική νηστεία αποτελεί έναν πολύ δημοφιλή τρόπο για να χάσει κάποιος βάρος χωρίς να χρειαστεί να περιορίσει τα είδη τροφής που καταναλώνει.

Διαλειμματική νηστεία: Πώς επηρεάζει τις γυναικείες ορμόνες

Λίγες είναι οι έρευνες ωστόσο, σχετικά με το πώς μπορεί να επηρεάσει η κατανάλωση φαγητού εντός συγκεκριμένων ωρών της ημέρας, τις γυναικείες αναπαραγωγικές ορμόνες.

Νέα μελέτη δείχνει ότι, ενώ οι ορμόνες αλλάζουν με τη διαλείπουσα νηστεία, μπορεί να μην βλάψει τη γονιμότητα.

«Έχουμε παρατηρήσει χιλιάδες γυναίκες πριν και μετά την εμμηνόπαυση που ακολουθούσαν διαφορετικούς τύπους διαλειμματικής νηστείας. Αυτό που επιτυγχάνει, είναι οι άνθρωποι να τρώνε λιγότερο», δήλωσε η Krista Varady, καθηγήτρια διατροφής στο Πανεπιστήμιο του Illinois στο Σικάγο.

«Συντομεύοντας το χρονικό παράθυρο κατανάλωσης φαγητού, απλώς μειώνει κάποιος φυσικά τις θερμίδες», πρόσθεσε.

Πολλές από τις αρνητικές πληροφορίες για τη διαλείπουσα νηστεία προέρχονται από μελέτες σε ποντίκια ή αρουραίους, είπε, ζητώντας περισσότερη έρευνα για τις επιπτώσεις στους ανθρώπους.

Για τη νέα μελέτη, οι ερευνητές παρακολούθησαν επί οκτώ εβδομάδες παχύσαρκες γυναίκες, οι οποίες έκαναν τη «δίαιτα του πολεμιστή», δηλαδή έτρωγαν εντός ενός χρονικού διαστήματος τεσσάρων ή έξι ωρών χωρίς να υπολογίζουν θερμίδες και ακολουθούσε ένα διάστημα 18 ή 20 ωρών που έπιναν μόνο νερό.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν τα επίπεδα των ορμονών των γυναικών με αυτά μιας ομάδας ελέγχου.

Τα επίπεδα της σφαιρίνης, η οποία δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου και μεταφέρει τις αναπαραγωγικές ορμόνες σε όλο το σώμα, δεν άλλαξαν. Ούτε τα επίπεδα τεστοστερόνης και ανδροστενεδιόνης, τις οποίες το σώμα χρησιμοποιεί για να παράγει τόσο τεστοστερόνη όσο και οιστρογόνα, άλλαξαν.

Άλλαξαν τα επίπεδα της θειικής δεϋδροεπιανδροστερόνης ή DHEA, η οποία χρησιμοποιείται μερικές φορές από τις κλινικές γονιμότητας για τη βελτίωση της λειτουργίας των ωοθηκών και της ποιότητας των ωαρίων.

Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, η συγκεκριμένη μειώθηκε κατά περίπου 14% τόσο σε προεμμηνοπαυσιακές όσο και σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Ακόμα κι έτσι όμως, τα επίπεδα DHEA παρέμειναν εντός φυσιολογικών ορίων.

«Αυτό υποδηλώνει ότι στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η μικρή πτώση των επιπέδων DHEA πρέπει να σταθμιστεί με τα αποδεδειγμένα οφέλη της χαμηλότερης μάζας σώματος για τη γονιμότητα», δήλωσε η Varady.

Πρόσθεσε ότι η πτώση των επιπέδων DHEA στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες μπορεί να είναι ανησυχητική, επειδή η εμμηνόπαυση προκαλεί ήδη μια δραματική πτώση των οιστρογόνων.

«Οι συμμετέχουσες ωστόσο, δεν ανέφεραν παρενέργειες που σχετίζονται με τα χαμηλά οιστρογόνα της μετεμμηνόπαυσης, όπως είναι η σεξουαλική δυσλειτουργία ή οι αλλαγές στο δέρμα».

Τα υψηλά επίπεδα θειικής δεϋδροεπιανδροστερόνης έχουν συνδεθεί με τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, επομένως μια μέτρια πτώση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο.

Κατά τη διάρκεια της μελέτης, όσες γυναίκες έκαναν δίαιτα έχασαν 3% έως 4% του βασικού τους βάρους. Τα μέλη της ομάδας σύγκρισης δεν έχασαν καθόλου βάρος.

Οι ερευνητές δεν μέτρησαν τα επίπεδα οιστραδιόλης, οιστρόνης ή προγεστερόνης, όλα ζωτικής σημασίας για την εγκυμοσύνη, σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, επειδή αυτά τα επίπεδα ποικίλλουν κατά τη διάρκεια του μηνιαίου εμμηνορροϊκού κύκλου. Οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες δεν είδαν αλλαγές σε αυτές τις ορμόνες.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Obesity.