ΥΓΕΙΑ

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: Πόσο αυξάνουν τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου

Υπολογίζεται ότι το 6-12% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, αν και πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι η πάθηση είναι υποδιαγνωσμένη.

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: Πόσο αυξάνουν τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου

Το σύνδρομο είναι μια δια βίου πάθηση που επηρεάζει τις γυναίκες και μετά την αναπαραγωγική ηλικία.

Αποτελεί κοινή αιτία υπογονιμότητας και αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων.

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών έχουν 47% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου σε νεότερη ηλικία σε σύγκριση με εκείνες χωρίς την πάθηση, σύμφωνα με τα ευρήματα νέας μελέτης που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Ενδοκρινικής Εταιρείας, στο Σικάγο.

«Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες πέθαναν περίπου ένα χρόνο νωρίτερα από άλλες γυναίκες», λέει η συν-συγγραφέας της μελέτης Terhi Piltonen, από το τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Oulu, στη Φινλανδία.

Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την ανάγκη βελτίωσης της θεραπείας για το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών προκειμένου να προλαμβάνονται σχετικά με αυτό προβλήματα υγείας που μπορούν να επηρεάσουν το προσδόκιμο ζωής, λέει η Piltonen.

Πώς συνδέεται με τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου

Για να διερευνήσουν εάν το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το Φινλανδικό Μητρώο Φροντίδας για την Υγεία χρησιμοποιώντας κωδικούς ICD (κωδικοί που χρησιμοποιούνται από τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης για να αναφέρουν διαγνώσεις και συμπτώματα).

Οι ερευνητές συμπεριέλαβαν αρχεία για περισσότερες από 80.000 γυναίκες: σχεδόν 10.000 είχαν πολυκυστικές ωοθήκες, ενώ περισσότερες από 70.000 δεν είχαν την πάθηση (ομάδα ελέγχου). Η αντιστοίχιση έγινε με βάση το έτος γέννησης και τον τόπο διαμονής.

Οι συμμετέχουσες παρακολουθήθηκαν από το 1969 έως το 2019. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, 1.003 γυναίκες από την ομάδα ελέγχου και 177 με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πέθαναν.

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης περιελάμβαναν τα ακόλουθα:

  • Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είχαν 47% υψηλότερο κίνδυνο συνολικής θνησιμότητας σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο.
  • Ο σχετικός κίνδυνος θανάτου λόγω καρδιαγγειακής νόσου, ήταν 67% υψηλότερος στις γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες.
  • Ο κίνδυνος θανάτου λόγω όγκων ήταν 38% υψηλότερος.
  • Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών αντιμετώπιζαν τριπλάσιο κίνδυνο θανάτου λόγω διαβήτη και λοίμωξης των πνευμόνων.

«Γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών δεν είναι απλώς μια διαταραχή του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος ή κάτι που επηρεάζει αποκλειστικά το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα, αλλά πρόκειται για μια μεταβολική διαταραχή, όπως ο διαβήτης ή τα προβλήματα του θυρεοειδούς», σημειώνουν οι ερευνητές.

Ένας περιορισμός της μελέτης είναι ότι δεν περιλαμβάνει πληροφορίες για το βάρος ή τον ΔΜΣ των συμμετεχουσών, κάτι που είναι σημαντικό.

«Το υπερβολικό βάρος ή η παχυσαρκία γενικά επιδεινώνει τα συμπτώματα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών και σχετίζεται με άλλες καρδιομεταβολικές ανωμαλίες, όπως αυξημένη γλυκόζη, δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD) και υπνική άπνοια, καταστάσεις που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο νοσηρότητας και θνησιμότητας. Γενικά, το αυξημένο βάρος σχετίζεται με αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη», υπογραμμίζεται στη μελέτη.

Πώς μπορούν οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες να προστατεύσουν την υγεία τους;

Οι γυναίκες με το σύνδρομο θα πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη αξιολόγηση του καρδιομεταβολικού τους κινδύνου κατά τη διάγνωση και σε τακτικό έλεγχο. Εάν έχουν πολλά περιττά κιλά , η απώλεια βάρους μπορεί να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και γενικά τις καρδιομεταβολικές ανωμαλίες.

Επειδή οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες μπορεί να έχουν και άλλα προβλήματα υγείας, συνιστάται μια ολιστική προσέγγιση.

Για παράδειγμα, η υψηλή αρτηριακή πίεση και η χοληστερόλη μπορούν πιθανώς να αντιμετωπιστούν από ένα παθολόγο, ενώ ένας ενδοκρινολόγος μπορεί να παρέχει την κατάλληλη φροντίδα εάν αναπτυχθεί διαβήτης.

Πηγή: everydayhealth.com