Τέμπη: Ψυχολογικές διαστάσεις του συλλογικού τραύματος και του πένθους
Γράφει η δρ. Βάνα Παπακίτσου, Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια
Η 28η Φεβρουαρίου είναι μια ημερομηνία χαραγμένη βαθιά στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας. Το δυστύχημα στα Τέμπη δεν ήταν μόνο μια τραγωδία με ανθρώπινες απώλειες, αλλά σημάδεψε ψυχικά μια ολόκληρη κοινωνία. Και δεν αφορά μόνο το παρελθόν, καθώς στην επέτειο αυτής της τραγωδίας επανεργοποιείται το πένθος, ο θυμός, ο φόβος και το αίσθημα αδικίας, τόσο σε όσους επλήγησαν άμεσα όσο και στην υπόλοιπη κοινωνία.
Το συλλογικό τραύμα
Όταν ένα τραυματικό γεγονός αγγίζει πολλούς και κλονίζει την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης, τότε μιλάμε για συλλογικό τραύμα. Στην περίπτωση των Τεμπών, το τραύμα δεν αφορούσε μόνο στους επιζώντες ή στις οικογένειες των θυμάτων, αλλά διαχύθηκε σε ολόκληρη την κοινωνία, δημιουργώντας ένα κοινό βίωμα απώλειας, ένα σοκ και την αίσθηση ότι «θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα».
Το συλλογικό τραύμα συχνά εκδηλώνεται με:
- παρατεταμένη θλίψη ή και οργή
- αίσθημα αδυναμίας και ανασφάλειας
- επαναλαμβανόμενες εικόνες ή σκέψεις
- δυσκολία να εμπιστευτούμε θεσμούς και δομές.
Οι επέτειοι, λοιπόν, λειτουργούν ως υπενθυμίσεις που μπορούν να ενεργοποιήσουν αυτά τα συναισθήματα.
Το πένθος δεν τελειώνει ποτέ
Για τους συγγενείς των θυμάτων, το πένθος δεν «ολοκληρώνεται» με την πάροδο του χρόνου. Είναι μια δυναμική, ζωντανή διαδικασία, που μεταβάλλεται, άλλοτε είναι σε ύφεση, άλλοτε δυναμώνει, αλλά δεν εξαφανίζεται ποτέ. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου με αιφνίδιο ή βίαιο τρόπο, γίνεται συχνά τραυματική, καθώς το άτομο νιώθει έντονη αγωνία, ενοχές, θυμό και αναζήτηση νοήματος. Η κοινωνική πίεση να «προχωρήσουν» όσοι πενθούν μπορεί να οδηγήσει τα άτομα σε απομόνωση και σιωπή. Αλλά το πένθος χρειάζεται χώρο, χρόνο και αναγνώριση, χωρίς βιασύνη και χωρίς «πρέπει».
Οι τραυματίες και οι επιζώντες
Οι τραυματίες και οι επιζώντες ενός τέτοιου γεγονότος συχνά αντιμετωπίζουν όχι μόνο σωματικές, αλλά και σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις. Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), το άγχος, οι κρίσεις πανικού, οι ενοχές επιβίωσης και η κατάθλιψη μπορεί να υπάρχουν μήνες ή και χρόνια μετά. Η ψυχολογική υποστήριξη είναι αναγκαία και δεν περιορίζεται μόνο στο πρώτο διάστημα μετά το τραύμα. Αντίθετα, πολλές δυσκολίες μπορεί να εμφανίζονται πολύ αργότερα, όταν το άτομο που πενθεί μένει μόνο του και έτσι η ανάγκη για υποστήριξη γίνεται σημαντικότερη. Η ψυχολογική υποστήριξη οφείλει να είναι:
- συνεχής και ουσιαστική
- εξατομικευμένη στις ανάγκες κάθε ανθρώπου
- απαλλαγμένη από στίγμα.
Η θεραπευτική σχέση μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να επεξεργαστούν το τραύμα, να ενσωματώσουν την απώλεια στη ζωή τους και να ξαναχτίσουν, σταδιακά, την αίσθηση ασφάλειας και νοήματος.
Η επέτειος της 28ης Φεβρουαρίου δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης, αλλά και υπενθύμιση της ανάγκης για συλλογική φροντίδα. Η αναγνώριση του πόνου, η αποφυγή της λήθης και η έμπρακτη στήριξη των πληγέντων αποτελούν βασικά στοιχεία ψυχικής επούλωσης, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η ψυχική υγεία δεν αποκαθίσταται με τη σιωπή ή με την αγωνία να «κλείσει» ένα τραύμα. Αποκαθίσταται όταν δίνεται χώρος στο συναίσθημα, στο πένθος και τη συνεχή φροντίδα.
Δρ. Βάνα Παπακίτσου, Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια, Εγκληματολόγος